Η κλιματική αλλαγή και η υποβάθμιση της φύσης εξελίσσονται σε μακροοικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς κινδύνους, με άμεσες συνέπειες για την ανάπτυξη, τις τιμές, την παραγωγικότητα και τη λειτουργία των επιχειρήσεων, τόνισε ο Frank Elderson, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και αντιπρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, σε ομιλία του στο Green Swan 2026 Conference στη Μανίλα.
.
Το βασικό μήνυμα του Elderson είναι ότι, σε έναν κόσμο έντονης γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας, το κλίμα και η φύση αποτελούν μία από τις λίγες βεβαιότητες: οι επιπτώσεις τους θα συνεχίσουν να διαμορφώνουν τις οικονομίες και οι επιχειρήσεις, οι κυβερνήσεις και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να προσαρμοστούν.
Ο ίδιος χρησιμοποίησε το καλοκαίρι του 2026 ως χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Δυτική Ευρώπη κατέγραψε το θερμότερο καλοκαίρι που έχει μετρηθεί, με σοβαρές ξηρασίες, πυρκαγιές, λειψυδρία και αυξανόμενη πίεση στα οικοσυστήματα. Τα πολύ χαμηλά επίπεδα νερού σε μεγάλα ευρωπαϊκά ποτάμια επηρέασαν μεταφορές, βιομηχανία και παραγωγή ενέργειας, ενώ περισσότερα από 30.000 excess deaths καταγράφηκαν στην Ευρώπη μεταξύ των μέσων Ιουνίου και των μέσων Αυγούστου λόγω ακραίων θερμοκρασιών, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε.
Λειψυδρία: Σε κίνδυνο έως 24% της παραγωγής της ευρωζώνης
Η ΕΚΤ βλέπει πλέον τη σχέση μεταξύ οικονομίας και φύσης ως άμεση. Υγιή δάση, εδάφη, ποτάμια, wetlands και ωκεανοί δεν αποτελούν απλώς environmental assets, αλλά παρέχουν ecosystem services πάνω στα οποία βασίζεται καθημερινά η οικονομική δραστηριότητα.
Ο Elderson επικαλέστηκε πρόσφατη έρευνα της ΕΚΤ σύμφωνα με την οποία η σοβαρή λειψυδρία από μόνη της θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο έως και το 24% της οικονομικής παραγωγής της ευρωζώνης. Παράλληλα, σημαντικό μέρος της οικονομικής δραστηριότητας και της τραπεζικής χρηματοδότησης παραμένει εκτεθειμένο σε flood risk.
Το κρίσιμο, κατά την ΕΚΤ, δεν είναι εάν μία μεμονωμένη ξηρασία, πλημμύρα ή πυρκαγιά μπορεί να προκαλέσει μακροοικονομική κρίση. Το ζήτημα είναι η συσσώρευση και αλληλεπίδραση των shocks, καθώς τα φαινόμενα γίνονται συχνότερα και εντονότερα.
Η ακραία ζέστη περιορίζει την παραγωγικότητα της εργασίας, οι ξηρασίες επηρεάζουν γεωργία, βιομηχανία και μεταφορές, ενώ οι πλημμύρες καταστρέφουν υποδομές και διαταράσσουν την παραγωγή. Η επίδραση μπορεί να παραμείνει για χρόνια: σύμφωνα με στοιχεία που επικαλέστηκε ο Elderson, η οικονομική δραστηριότητα στις πληγείσες περιοχές εκτιμάται κατά μέσο όρο 1,5% χαμηλότερη δύο χρόνια μετά από έναν καύσωνα και 3% χαμηλότερη τέσσερα χρόνια μετά από μια ξηρασία, εν μέρει λόγω χαμηλότερης παραγωγικότητας και μετακίνησης πληθυσμού.
Από το κλίμα στον πληθωρισμό
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στο GDP. Τα climate shocks επηρεάζουν ήδη και τις τιμές, κάτι που τα καθιστά άμεσα σχετιζόμενα με την εντολή των κεντρικών τραπεζών.
Οι υψηλές θερμοκρασίες και τα χαμηλά επίπεδα νερού το καλοκαίρι του 2026 επηρέασαν τμήματα του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος και συνέβαλαν σε υψηλότερες wholesale electricity prices, ενώ τα ακραία καιρικά φαινόμενα συνεχίζουν να ασκούν πίεση στις τιμές τροφίμων.
Για την ΕΚΤ, αυτό σημαίνει ότι climate και nature risks πρέπει να ενσωματώνονται στα macroeconomic models, στις προβλέψεις και στην εποπτεία των τραπεζών. Καθώς επηρεάζουν παραγωγικότητα, ανάπτυξη, πληθωρισμό και χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η παρακολούθησή τους δεν αποτελεί επέκταση της εντολής της κεντρικής τράπεζας, αλλά μέρος της ίδιας της αποστολής της.
Adaptation και mitigation μαζί
Ο Elderson υπογράμμισε ότι η οικονομική ανθεκτικότητα απαιτεί ταυτόχρονα adaptation και mitigation. Η πρώτη αντιμετωπίζει τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, η δεύτερη τις αιτίες της.
Η προσαρμογή περιλαμβάνει προηγμένα early-warning systems, ανθεκτικότερες υποδομές, καλύτερη διαχείριση νερού, flood prevention, energy-efficient cooling, περιορισμό των διαρροών νερού και ενίσχυση της ανθεκτικότητας πόλεων, μεταφορών και ενεργειακών συστημάτων.
Κατά τον Elderson, η προσαρμογή «δεν είναι προαιρετική», καθώς μεγάλο μέρος των μελλοντικών επιπτώσεων έχει ήδη ενσωματωθεί στο κλιματικό σύστημα εξαιτίας των παλαιότερων εκπομπών.
Ωστόσο, χωρίς mitigation, το κόστος της adaptation θα αυξάνεται συνεχώς. Σε ορισμένες περιοχές, ιδιαίτερα χαμηλού υψομέτρου παράκτιες ζώνες και μικρά νησιωτικά κράτη, η προσαρμογή μπορεί να γίνει εξαιρετικά δύσκολη ή ακόμη και αδύνατη.
Η πράσινη μετάβαση ως στρατηγική ανταγωνιστικότητας
Ένα από τα κεντρικά σημεία της ομιλίας ήταν η σύνδεση του green transition με την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα.
Σύμφωνα με τον Elderson, resilience, energy security, competitiveness και green transition αντιμετωπίζονται ακόμη υπερβολικά συχνά ως ανταγωνιστικοί στόχοι. Η ΕΚΤ θεωρεί αυτή την προσέγγιση λανθασμένη: επιχειρήσεις των οποίων οι παραγωγικές διαδικασίες γίνονται όλο και πιο ευάλωτες σε climate και nature shocks δύσκολα μπορούν να παραμείνουν ανταγωνιστικές.
Κατά συνέπεια, η ανθεκτικότητα και η ενεργειακή ασφάλεια μετατρέπονται σε προϋποθέσεις ανταγωνιστικότητας.
Ο Elderson υποστήριξε ότι το ερώτημα πλέον δεν είναι εάν η παγκόσμια οικονομία θα μεταβεί στην πράσινη ενέργεια, αλλά ποιες οικονομίες θα βρεθούν σε καλύτερη θέση κατά τη διάρκεια της μετάβασης, ποιοι θα κατέχουν και θα χρηματοδοτούν τα assets της νέας οικονομίας και ποιοι θα παραμείνουν με stranded assets.
Η εξάρτηση από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα
Η ενεργειακή περίπτωση αποτελεί, σύμφωνα με τον Elderson, το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα.
Η Ευρώπη παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από εισαγόμενη ενέργεια και ιδιαίτερα από fossil fuels. Η εξάρτηση αυτή δημιουργεί γεωπολιτικές και οικονομικές ευπάθειες και εκθέτει επιχειρήσεις και νοικοκυριά σε μεγάλες διακυμάνσεις τιμών.
Αντίθετα, renewables και electrification μπορούν να μειώσουν αυτή την εξάρτηση και να ενισχύσουν την ενεργειακή ασφάλεια. Σήμερα, ωστόσο, η ηλεκτρική ενέργεια αντιπροσωπεύει μόλις περίπου το ένα τέταρτο της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης της Ευρώπης, αφήνοντας σημαντικά περιθώρια για περαιτέρω electrification στις μεταφορές, στα κτίρια και στη βιομηχανία.
Ο Elderson τόνισε ότι τα economics της ενεργειακής μετάβασης έχουν επίσης αλλάξει. Οι ΑΠΕ είναι πλέον περισσότερο cost-competitive και σε πολλές περιπτώσεις φθηνότερες από νέες fossil-fuel alternatives.
Ως παράδειγμα ανέφερε την Ισπανία, όπου η επέκταση της ηλιακής παραγωγής έχει κάνει τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας λιγότερο εξαρτημένες από τις αγορές φυσικού αερίου και λιγότερο ευμετάβλητες.
«Smart transition» αντί για απλή μετάβαση
Η ΕΚΤ προτείνει ουσιαστικά μια ευρύτερη αντίληψη της πράσινης μετάβασης, την οποία ο Elderson περιέγραψε ως “smart transition”.
Πρόκειται για μια στρατηγική που συνδυάζει mitigation και adaptation και τοποθετεί στο κέντρο της τη sustainable και resilient competitiveness. Περιλαμβάνει επενδύσεις όχι μόνο σε καθαρές τεχνολογίες, αλλά και σε υποδομές, δεξιότητες και θεσμούς που μπορούν να ενισχύσουν την παραγωγικότητα και να μειώσουν ταυτόχρονα το ρίσκο.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η προστασία του natural capital. Αξιόπιστοι υδάτινοι πόροι, υγιή εδάφη και λειτουργικά οικοσυστήματα αποτελούν παραγωγικά assets για γεωργία, τρόφιμα και σειρά βιομηχανικών δραστηριοτήτων.
Τι μπλοκάρει τις επενδύσεις
Παρά τη βελτίωση των οικονομικών όρων της μετάβασης, ο ρυθμός των επενδύσεων παραμένει χαμηλότερος από τον απαιτούμενο. Ο Elderson εντόπισε δύο βασικά εμπόδια: την αβεβαιότητα και την πρόσβαση στη χρηματοδότηση.
Η πολιτική, οικονομική και ρυθμιστική αβεβαιότητα επηρεάζει ιδιαίτερα επενδύσεις με υψηλό upfront cost και μεγάλο χρονικό ορίζοντα, όπως ενεργειακές υποδομές, electrification και industrial transformation.
Όταν οι κανόνες θεωρούνται ασταθείς, οι επιχειρήσεις έχουν μεγαλύτερο κίνητρο να περιμένουν. Παράλληλα, οι τράπεζες γίνονται περισσότερο επιφυλακτικές, αυστηροποιούν τα credit standards και περιορίζουν την ανάληψη κινδύνου. Έτσι δημιουργείται ένας διπλός περιορισμός: οι επιχειρήσεις αναβάλλουν τις επενδύσεις και ταυτόχρονα η χρηματοδότηση γίνεται δυσκολότερη.
Η απάντηση, σύμφωνα με τον Elderson, δεν είναι η άκαμπτη πολιτική, αλλά η προβλεψιμότητα.
Εκατοντάδες δισ. ευρώ πρόσθετων επενδύσεων κάθε χρόνο
Το δεύτερο μεγάλο εμπόδιο είναι το financing gap. Μόνο στην Ευρώπη, σύμφωνα με την ομιλία, θα απαιτούνται εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθετων επενδύσεων κάθε χρόνο επί σειρά ετών για την επίτευξη των κλιματικών και περιβαλλοντικών στόχων.
Οι τράπεζες θα παραμείνουν κρίσιμες σε ένα bank-based financial system όπως το ευρωπαϊκό, αλλά δεν αρκούν. Ο Elderson υπογράμμισε την ανάγκη βαθύτερων capital markets ώστε να χρηματοδοτούνται και να αναπτύσσονται ταχύτερα νέες τεχνολογίες και επιχειρήσεις.
Σημαντικός είναι επίσης ο ρόλος των διεθνών κεφαλαιακών ροών και της συνεργασίας μεταξύ χωρών. Η ύπαρξη κοινών standards και αξιόπιστων διεθνών δεσμεύσεων μπορεί να περιορίσει τον κίνδυνο οι επιχειρήσεις που επενδύουν στη μετάβαση να βρίσκονται σε μειονεκτική θέση έναντι εκείνων που δεν επενδύουν.
Ιδιαίτερα σαφής ήταν και η αναφορά στη νομοθετική σταθερότητα: η υπαναχώρηση από δεσμεύσεις πάνω στις οποίες οι επιχειρήσεις έχουν ήδη βασίσει μακροπρόθεσμα investment plans αυξάνει την αβεβαιότητα και τελικά καθιστά τη μετάβαση δυσκολότερη και ακριβότερη.
Από environmental cost σε οικονομική ευκαιρία
Το τελικό επιχείρημα της ΕΚΤ είναι ότι adaptation και green transition δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως κόστος αποφυγής μελλοντικών ζημιών.
Η επένδυση σε ανθεκτικές υποδομές, καθαρή ενέργεια, electrification και προστασία του natural capital μπορεί, σύμφωνα με τον Elderson, να δημιουργήσει παραγωγικότερη, πιο ανθεκτική και πιο ανταγωνιστική οικονομία.
Η κλιματική αλλαγή και η υποβάθμιση της φύσης μπορεί να αποτελούν, όπως είπε, «βεβαιότητα σε έναν αβέβαιο κόσμο». Το πώς όμως θα αντιδράσουν οι οικονομίες παραμένει πολιτική και επενδυτική επιλογή.
Πηγή: European Central Bank
Η ακραία ζέστη περιορίζει την παραγωγικότητα της εργασίας, οι ξηρασίες επηρεάζουν γεωργία, βιομηχανία και μεταφορές, ενώ οι πλημμύρες καταστρέφουν υποδομές και διαταράσσουν την παραγωγή.