Το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών παρουσίασε εχθές την τριμηνιαία έκθεση με τα αποτελέσματα για την ελληνική οικονομία στο πρώτο τρίμηνο του 2026, με φόντο τις διεθνείς αναταράξεις λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, η μεγάλη εκκρεμότητα της ελληνικής οικονομίας σχηματίζεται ως εξής: «Πώς μπορούμε να έχουμε ισχυρούς εγχώριους ρυθμούς ανάπτυξης εν μέσω μιας τέτοιας κρίσης όσο η οικονομία έχει εξάρτηση από τουρισμό, εξάρτηση από τις εισαγωγές ενέργεια και εξάρτηση από τη χρηματοδότηση μέσω ξένων επενδύσεων;». Πρόσθεσε, μάλιστα, πως περίπου το ¼ των ενεργειακών προϊόντων της Ελλάδας εισάγονται από τις χώρες του Κόλπου.
.
Παρά την δύσκολη συγκυρία, ωστόσο, η μελέτη του ΙΟΒΕ, αλλά και οι διεθνείς έρευνες παρατηρούν αυξημένη ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών αγορών σε περιόδους κρίσεων, γεγονός που αποτυπώνεται και στην προκείμενη συγκρατημένη αποσταθεροποίηση, αλλά και στην εικόνα που διαμορφώθηκε κατά την κρίση της πανδημίας.
Η ελληνική οικονομία σε αριθμούς: Τα δύο σενάρια
Στα αμιγώς καθ΄ημάς, η εικόνα της ελληνικής οικονομίας στο πρώτο τρίμηνο του 2026 παραμένει μικτή, με ενδείξεις ανθεκτικότητας αλλά και σαφείς πιέσεις. Ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,0% με βάση τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή και στο 3,1% με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη, με τον Μάρτιο να καταγράφει εντονότερες πιέσεις, κυρίως στα ενεργειακά αγαθά λόγω Μέσης Ανατολής. Οι εκτιμήσεις για το σύνολο του έτους ανεβάζουν τον πήχη στο 3,5% στο βασικό σενάριο, ενώ σε δυσμενείς συνθήκες δεν αποκλείεται να φτάσει ακόμη και το 4,5%, σύμφωνα πάντοτε με τα δύο σενάρια εργασία του ΙΟΒΕ.
Στο πεδίο της ανάπτυξης, η πρόβλεψη για το ΑΕΠ αναθεωρήθηκε προς τα κάτω στο 1,8% για το 2026, έναντι 2,4% που είχε καταγραφεί το 2025. Η επιβράδυνση αυτή αποδίδεται κυρίως στην αυξημένη διεθνή αβεβαιότητα και στην ευαλωτότητα της ελληνικής οικονομίας στους εξωγενείς παράγοντες που ανέφερε ο κ.Βέττας. Την ίδια στιγμή, η ανεργία δείχνει να σταθεροποιείται σε σχετικά χαμηλότερα επίπεδα, καθώς από 8,3% το τέταρτο τρίμηνο του 2025 εκτιμάται ότι θα κινηθεί κοντά στο 8,5% το 2026.
Αντίβαρο στην επιβράδυνση αποτελούν οι επενδύσεις, οι οποίες αναμένεται να αυξηθούν κατά 10,2%, κυρίως λόγω της αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Ωστόσο, η εικόνα στη βιομηχανία παραμένει πιο συγκρατημένη: ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών ανήλθε στις 108,9 μονάδες το πρώτο τρίμηνο του 2026, αλλά ο ρυθμός αύξησης της παραγωγής επιβραδύνθηκε στο 2,3% το 2025 από 5,4% το 2024, δείχνοντας σαφή κόπωση.
Μεγαλώνει η ψαλίδα μεταξύ των φύλων σε ανεργία και ανεπίσημη εργασία
Ένα από τα δυσοίωνα ευρήματα της έκθεσης ωστόσο παραμένει η εικόνα που αποτυπώνεται μεταξύ ανδρικής και γυναικείας εργασίας, αποκαλύπτοντας ξανά έμφυλες ανισότητες στον εργασιακό κόσμο.
Στην ανεργία, οι γυναίκες εξακολουθούν να βρίσκονται σε σαφώς δυσμενέστερη θέση. Το ποσοστό ανεργίας των γυναικών διαμορφώθηκε στο 10,8% το τέταρτο τρίμηνο του 2025, μειωμένο κατά 1,3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 12,1% του 2024. Στους άνδρες, η ανεργία υποχώρησε στο 6,3% από 7,5%, σημειώνοντας αντίστοιχη μείωση 1,2 ποσοστιαίων μονάδων. Παρά τη βελτίωση και για τα δύο φύλα, η διαφορά παραμένει έντονη, με ένα χάσμα άνω των 4 ποσοστιαίων μονάδων.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύγκριση με την Ευρωζώνη, όπου η ανεργία των γυναικών διατηρήθηκε στο 6,4%, ενώ στους άνδρες αυξήθηκε οριακά στο 6,1% από 5,9%. Η Ελλάδα, λοιπόν, εμφανίζει σχεδόν διπλάσιο ποσοστό ανεργίας στις γυναίκες σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που υπογραμμίζει τη δομική φύση του προβλήματος.
Ένας άλλος κρίσιμος παράγοντας που μελετήθηκε από το ΙΟΒΕ είναι και τα ποσοστά ανεπίσημης εργασίας, τα οποία επίσης παρουσιάζουν ενδιαφέρουσες διακρίσεις ανάμεσα στα δύο φύλα. Ως ανεπίσημη εργασία ορίζεται το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων που δεν καλύπτονται ή καλύπτονται ανεπαρκώς από το θεσμικό πλαίσιο, χωρίς να ταυτίζονται απαραίτητα με την παρανομία. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, αυτοαπασχολούμενους σε άτυπες μονάδες, εργαζόμενους χωρίς πλήρη ασφαλιστική κάλυψη, καθώς και οικογενειακούς βοηθούς που δεν καταγράφονται επίσημα.
Σε αυτό το πεδίο, οι ανισότητες είναι ακόμη πιο έντονες και αποκτούν τόσο έμφυλα όσο και γεωγραφικά χαρακτηριστικά. Στις μη αστικές περιοχές, η ανεπίσημη εργασία φτάνει το 8,1% για τις γυναίκες έναντι μόλις 3,9% για τους άνδρες, δηλαδή υπερδιπλάσιο ποσοστό. Στις αστικές περιοχές, τα ποσοστά είναι χαμηλότερα, αλλά η διαφορά παραμένει: 3,9% για τις γυναίκες έναντι 2,1% για τους άνδρες.
Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι η ανεπίσημη εργασία είναι μια διαρθρωτική αδυναμία της αγοράς εργασίας, με σαφείς κοινωνικές προεκτάσεις. Οι γυναίκες, ιδίως εκτός μεγάλων αστικών κέντρων, φαίνεται να επωμίζονται δυσανάλογο βάρος, είτε λόγω περιορισμένων ευκαιριών απασχόλησης είτε λόγω κοινωνικών και οικογενειακών υποχρεώσεων που τις ωθούν σε πιο ευέλικτες – αλλά λιγότερο προστατευμένες – μορφές εργασίας.
Το ΙΟΒΕ αποτυπώνει ωστόσο πως τα τελευταία δέκα χρόνια έχει καταγραφεί πρόοδος στη μείωση της ανεπίσημης εργασίας, αποτέλεσμα στοχευμένων πολιτικών όπως η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, η ελάφρυνση της φορολογίας της εργασίας, η εισαγωγή της ψηφιακής κάρτας εργασίας και η εντατικοποίηση των ελέγχων. Ωστόσο, η εικόνα παραμένει ελλιπής, καθώς δεν καταγράφεται επαρκώς η υποδηλωμένη εργασία – ένα φαινόμενο που συχνά λειτουργεί ως «γκρίζα ζώνη» μεταξύ επίσημης και ανεπίσημης απασχόλησης. Αξίζει να σημειώσουμε πως παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση των σχετικών δεικτών, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στην ανεπίσημη εργασία, με τη διαφορά να είναι εντονότερη στον γυναικείο πληθυσμό.
Ανοδική πορεία για τον πληθωρισμό, καθώς και αυξημένα ποσοστά σε ανεργία και ανεπίσημη εργασία στις γυναίκες αποτυπώνει η έκθεση του ΙΟΒΕ για το πρώτο τρίμηνο του 2026.