Το κλιματικό ρίσκο αρχίζει να πλήττει παραγωγικότητα, αλυσίδες αξίας και αποτιμήσεις

Submitted by jmantzikos on Mon, 09/28/2026 - 01:37

Μια νέα κατηγορία χρηματοοικονομικού κινδύνου, η οποία δεν προκύπτει από ένα μεμονωμένο ακραίο καιρικό γεγονός αλλά από τη σωρευτική επίδραση επαναλαμβανόμενων κλιματικών σοκ, αρχίζει να γίνεται ορατή στην οικονομία και στις αγορές, προειδοποιεί η Irene Heemskerk, επικεφαλής του Climate Change Centre της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

.

Η Heemskerk περιγράφει έναν «χρόνιο» αντίκτυπο της κλιματικής αλλαγής, ο οποίος εμφανίζεται σταδιακά καθώς πλημμύρες, πυρκαγιές, ξηρασίες και κύματα ακραίας ζέστης επαναλαμβάνονται με αυξανόμενη συχνότητα και προκαλούν επιπτώσεις που ξεπερνούν τις άμεσες υλικές ζημιές.

«Υπάρχει μια χρόνια επίπτωση που αναδύεται σταδιακά», ανέφερε σε συνέντευξή της στο Bloomberg, εξηγώντας ότι μπορεί να προκαλέσει δευτερογενείς οικονομικές επιπτώσεις, διαταραχές στις αλυσίδες αξίας και απώλειες παραγωγικότητας των εργαζομένων.

Η προειδοποίηση της ΕΚΤ κινείται στην ίδια κατεύθυνση με πρόσφατες τοποθετήσεις της BlackRock για το λεγόμενο chronic climate risk. Η έννοια περιγράφει μια κατάσταση στην οποία οι οικονομικές και χρηματοοικονομικές απώλειες από οξέα κλιματικά επεισόδια επαναλαμβάνονται τόσο συχνά, ώστε οι επιχειρήσεις, οι ασφαλιστές και οι επενδυτές δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να προστατευθούν από την επόμενη κρίση.

Η συζήτηση έχει αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα μετά τα επαναλαμβανόμενα κύματα ακραίας ζέστης στην Ευρώπη. Οι βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις —από τις καταστροφές υποδομών μέχρι την πτώση της παραγωγής— είναι σχετικά εύκολο να εντοπιστούν. Πολύ δυσκολότερη είναι η αποτύπωση των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων που συσσωρεύονται σε επιχειρήσεις, assets, εργαζομένους και ολόκληρες αλυσίδες εφοδιασμού.

Η Louise Kooy-Henckel, global head of sustainable and transition solutions της BlackRock, έχει επίσης επισημάνει ότι οι αγορές δεν αποτιμούν επαρκώς τους συγκεκριμένους χρόνιους κινδύνους. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για θεσμικούς επενδυτές με μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα, καθώς οι φυσικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής μπορεί να επηρεάσουν την αξία ακινήτων, υποδομών και επιχειρηματικών μοντέλων για δεκαετίες.

Η Heemskerk συνδέει αυτή τη συζήτηση και με την ποιότητα των εταιρικών δεδομένων. Παρά την πρόσφατη ευρωπαϊκή προσπάθεια απλοποίησης του sustainability framework, η οποία περιόρισε σημαντικά το πεδίο εφαρμογής της CSRD και αφαίρεσε από την CSDDD την υποχρέωση υιοθέτησης climate transition plan, η ίδια θεωρεί ότι οι επιχειρήσεις έχουν λόγο να συνεχίσουν να δημοσιοποιούν εθελοντικά σχετικές πληροφορίες. Οι αλλαγές αυτές έχουν πλέον ενσωματωθεί στο αναθεωρημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο εταιρικής βιωσιμότητας. 

Ο λόγος, σύμφωνα με την επικεφαλής του Climate Change Centre της ΕΚΤ, είναι ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι θα επηρεάζουν ολοένα περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο αποτιμώνται τα περιουσιακά στοιχεία, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιούνται ως collateral στις χρηματοδοτικές πράξεις του Ευρωσυστήματος.

Η ΕΚΤ έχει ήδη αρχίσει να ενσωματώνει αυτόν τον κίνδυνο στο πλαίσιο εξασφαλίσεών της. Από τις 15 Ιουνίου 2026 εφαρμόζει climate factors σε ορισμένα εταιρικά ομόλογα που χρησιμοποιούνται ως collateral, ώστε η αξία που τους αποδίδεται να μειώνεται όταν θεωρούνται περισσότερο εκτεθειμένα σε αβεβαιότητες που σχετίζονται με την κλιματική μετάβαση. 

Το ανώτατο πρόσθετο «κούρεμα» στην αξία των σχετικών εξασφαλίσεων μπορεί να φθάνει το 5%. Η ΕΚΤ έχει αποφασίσει παράλληλα να επεκτείνει την εφαρμογή του climate factor και σε ορισμένες πιστωτικές απαιτήσεις έναντι μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, με την εφαρμογή της επέκτασης να τοποθετείται το νωρίτερο προς τα τέλη του 2027.

Το συγκεκριμένο εργαλείο αφορά σήμερα κυρίως τον transition risk —τον κίνδυνο δηλαδή που μπορεί να προκύψει από αλλαγές στην κλιματική πολιτική, την τεχνολογία, τη συμπεριφορά των καταναλωτών ή άλλες εξελίξεις κατά τη μετάβαση προς μια οικονομία χαμηλότερων εκπομπών. Η ΕΚΤ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να εξετάσει στο μέλλον αντίστοιχες προσαρμογές και για τους φυσικούς κλιματικούς κινδύνους.

Η λογική είναι ότι ένα asset που εμφανίζεται σήμερα επαρκώς ασφαλές ως εξασφάλιση μπορεί να χάσει αξία εάν βρεθεί εκτεθειμένο σε ένα αιφνίδιο κλιματικό ή μεταβατικό σοκ. Με την εφαρμογή ενός πρόσθετου climate factor, το Ευρωσύστημα επιδιώκει να δημιουργήσει ένα μεγαλύτερο περιθώριο προστασίας απέναντι σε πιθανές μελλοντικές απώλειες. 

Η ΕΚΤ υπογραμμίζει ότι η μεθοδολογία θα επανεξετάζεται καθώς βελτιώνονται τα διαθέσιμα δεδομένα. «Εάν γίνουν διαθέσιμα περισσότερα και καλύτερα δεδομένα, εάν αποκτήσουμε περισσότερη πληροφόρηση, θα επαναξιολογήσουμε», σημείωσε η Heemskerk.

Το ευρύτερο μήνυμα είναι ότι ο κλιματικός κίνδυνος δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως ενδεχόμενο μιας μεγάλης φυσικής καταστροφής. Η επανάληψη μικρότερων ή μεγαλύτερων σοκ μπορεί να δημιουργήσει μόνιμες πιέσεις στην παραγωγικότητα, στις εφοδιαστικές αλυσίδες, στην αξία των περιουσιακών στοιχείων και τελικά στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Για τις κεντρικές τράπεζες και τους θεσμικούς επενδυτές, αυτό σημαίνει ότι η αξιολόγηση του climate risk μετακινείται σταδιακά από την ερώτηση «τι συμβαίνει όταν έρθει η επόμενη καταστροφή;» στην πιο σύνθετη ερώτηση του τι συμβαίνει όταν οι καταστροφές παύουν να είναι εξαιρετικά γεγονότα και μετατρέπονται σε επαναλαμβανόμενο οικονομικό κόστος.

Image
© Pixabay
Ειπώθηκε από:
Irene Heemskerk