Καθώς η Ευρώπη βιώνει ακόμη ένα καλοκαίρι με ιστορικά υψηλές θερμοκρασίες, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής μεταφέρονται ολοένα και περισσότερο στην πραγματική οικονομία και στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων αναγκάζει ασφαλιστικές εταιρείες και τράπεζες να επανεκτιμούν τον κίνδυνο που συνδέεται με κατοικίες, επιχειρήσεις και υποδομές, οδηγώντας σε ακριβότερη ασφάλιση και χρηματοδότηση.
Ο Guenther Thallinger, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Allianz, του μεγαλύτερου ασφαλιστικού ομίλου της Ευρώπης, προειδοποιεί ότι ορισμένα περιουσιακά στοιχεία ενδέχεται να καταστούν ουσιαστικά μη ασφαλίσιμα, καθώς οι φυσικές καταστροφές γίνονται συχνότερες και εντονότερες.
«Ορισμένες τοποθεσίες και ορισμένοι κίνδυνοι δεν μπορούν πλέον να καλυφθούν όπως θα θέλαμε», δήλωσε σε συνέντευξή του στο Bloomberg, προσθέτοντας ότι οι καύσωνες, οι πλημμύρες, οι καταιγίδες και οι δασικές πυρκαγιές «ενδέχεται να γίνουν τόσο συχνοί ώστε να αμφισβητήσουν το παραδοσιακό ασφαλιστικό μοντέλο». Όπως σημείωσε, η τιμολόγηση που αντανακλά πραγματικά τον κίνδυνο μπορεί σύντομα να μην είναι οικονομικά προσιτή για τους ασφαλισμένους.
Αυξάνονται τα ασφάλιστρα και το κόστος δανεισμού
Οι προειδοποιήσεις αυτές διατυπώνονται ενώ εκατομμύρια Ευρωπαίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα από τα εντονότερα κύματα
καύσωνα που έχουν καταγραφεί στην ήπειρο.
Σύμφωνα με την επιστημονική ομάδα World Weather Attribution, οι θερμοκρασίες του Ιουνίου ήταν κατά 5 έως 12 βαθμούς Κελσίου υψηλότερες από τα φυσιολογικά επίπεδα σε περιοχές της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας και της νότιας Αγγλίας, με τους επιστήμονες να αποδίδουν το φαινόμενο στην ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή.
Οι οικονομικές επιπτώσεις έχουν ήδη αρχίσει να αποτιμώνται. Ο επικεφαλής μακροοικονομικής ανάλυσης της ING, Carsten Brzeski, χαρακτηρίζει τα κύματα καύσωνα ως έναν νέο καθοδικό κίνδυνο για την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας, εκτιμώντας ότι έως το 2029 οι σωρευτικές απώλειες θα μπορούσαν να αντιστοιχούν στο 0,8% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, λόγω της μείωσης της παραγωγικότητας, των προβλημάτων στις εφοδιαστικές αλυσίδες και της υποχώρησης του τουρισμού.
Σύμφωνα με τη Sarah Kapnick, επικεφαλής συμβουλευτικών υπηρεσιών για το κλίμα στην JPMorgan Chase, ο ασφαλιστικός κλάδος είναι ο πρώτος που ανταποκρίνεται στις νέες συνθήκες, καθώς οι τιμές ασφάλισης αυξάνονται όπου οι υποδομές και τα ακίνητα εκτίθενται σε μεγαλύτερο φυσικό κίνδυνο.
Οι τράπεζες αρχίζουν να τιμολογούν τον κλιματικό κίνδυνο
Οι αλλαγές δεν περιορίζονται στις ασφαλιστικές εταιρείες.
Όπως αποκαλύπτει το Bloomberg, και οι ευρωπαϊκές τράπεζες αρχίζουν να διαφοροποιούν το κόστος χρηματοδότησης ανάλογα με την έκθεση των πελατών τους στην κλιματική αλλαγή.
Η ισπανική BBVA έχει ήδη ενσωματώσει τον κλιματικό κίνδυνο στην τιμολόγηση εταιρικών δανείων, εξετάζοντας την έκθεση κλάδων όπως η γεωργία, τα ακίνητα, ο τουρισμός, οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και οι υποδομές. Σύμφωνα με την επικεφαλής μετασχηματισμού βιωσιμότητας της τράπεζας, Elvira Calvo, το επόμενο βήμα θα είναι η εφαρμογή αντίστοιχων κριτηρίων και στους ιδιώτες πελάτες.
Το net zero ως παράγοντας ανταγωνιστικότητας
Ο Thallinger εκτιμά ότι οι επιχειρήσεις που θα επενδύσουν έγκαιρα τόσο στη μείωση των εκπομπών όσο και στην προσαρμογή στις νέες κλιματικές συνθήκες θα αποκτήσουν σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Όπως αναφέρει, η μετάβαση προς την οικονομία χαμηλών εκπομπών δεν αποτελεί πλέον μόνο περιβαλλοντική επιλογή αλλά και επιχειρηματική αναγκαιότητα. Εταιρείες που υιοθετούν έγκαιρα τεχνολογίες και στρατηγικές απανθρακοποίησης θα είναι καλύτερα προετοιμασμένες απέναντι στους αυξανόμενους φυσικούς κινδύνους, γεγονός που θα λαμβάνεται υπόψη τόσο από τους ασφαλιστές όσο και από τους χρηματοδότες.
Παρά τις πολιτικές αντιδράσεις που έχει προκαλέσει τα τελευταία χρόνια η έννοια του net zero, ο ίδιος επιμένει ότι η επίτευξή του αποτελεί βασική προϋπόθεση για τον περιορισμό των οικονομικών επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής.
«Είναι απολύτως σαφές ότι χωρίς το net zero δεν μπορεί να λειτουργήσει τίποτα. Διαφορετικά, η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή γίνεται μια διαδικασία χωρίς τέλος», υπογραμμίζει.
Πηγή: Bloomberg.