Ενέργεια και πληθωρισμός: Γιατί η εξάρτηση της Ευρώπης από τα ορυκτά καύσιμα είναι οικονομικό ρίσκο

Submitted by jmantzikos on Fri, 04/10/2026 - 08:19

Υπάρχουν κρίσεις που δεν εμφανίζονται ως έκτακτες, αλλά ως διαρκές υπόβαθρο αστάθειας. Η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τα ορυκτά καύσιμα είναι μία από αυτές – και πλέον επηρεάζει άμεσα όχι μόνο την οικονομία, αλλά και την ίδια τη δυνατότητα διατήρησης της σταθερότητας των τιμών.

Για χρόνια, το ζήτημα της ενέργειας αντιμετωπιζόταν κυρίως ως γεωπολιτικό ή περιβαλλοντικό. Σήμερα, όμως, αναδεικνύεται και ως νομισματικό πρόβλημα. Κάθε νέα ενεργειακή κρίση μεταφράζεται σε πληθωριστικές πιέσεις, δημοσιονομική επιβάρυνση και μεταφορά πλούτου εκτός Ευρώπης.

Η εμπειρία των τελευταίων ετών είναι αποκαλυπτική. Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη εκτινάχθηκε στο 10,6% τον Οκτώβριο του 2022, σε ένα φαινόμενο που εύστοχα χαρακτηρίστηκε «fossilflation». Και παρά τις προσπάθειες προσαρμογής, οι πρόσφατες γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή υπενθυμίζουν πόσο ευάλωτη παραμένει η Ευρώπη.

Για τις κεντρικές τράπεζες, αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί ένα σχεδόν αδιέξοδο. Η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να περιορίσει τον πληθωρισμό, αλλά ταυτόχρονα επιβαρύνει την ανάπτυξη. Αντίθετα, η χαλάρωση της πολιτικής στηρίζει την οικονομία, αλλά κινδυνεύει να παγιώσει τις αυξήσεις τιμών. Όταν οι ενεργειακοί κραδασμοί επαναλαμβάνονται, αυτή η ισορροπία γίνεται όλο και πιο δύσκολη.

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι οι ίδιες οι κρίσεις, αλλά η επανάληψή τους. Όσο η Ευρώπη εξαρτάται από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, τόσο θα παραμένει εκτεθειμένη σε εξωτερικά σοκ που δεν μπορεί να ελέγξει.

Η απάντηση δεν είναι θεωρητική – είναι ήδη ορατή. Η μετάβαση σε καθαρή, εγχώρια παραγόμενη ενέργεια μπορεί να αποσυνδέσει τις ευρωπαϊκές τιμές από τις διεθνείς διακυμάνσεις. Το παράδειγμα της Ισπανίας είναι ενδεικτικό: η ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών συνέβαλε σε τιμές ηλεκτρικής ενέργειας έως και 40% χαμηλότερες σε σχέση με ένα σενάριο χωρίς αυτή τη μετάβαση.

Το επιχείρημα ότι η ενεργειακή μετάβαση είναι υπερβολικά δαπανηρή παραμένει διαδεδομένο. Πράγματι, απαιτούνται επενδύσεις της τάξης των 660 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2030. Όμως η σύγκριση με το σημερινό κόστος είναι αποκαλυπτική: η Ευρώπη δαπανά ήδη περίπου 400 δισ. ευρώ τον χρόνο για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων.

Η διαφορά είναι ποιοτική, όχι μόνο ποσοτική. Οι εισαγωγές αποτελούν διαρκή εκροή πόρων. Αντίθετα, οι επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές δημιουργούν υποδομές, μειώνουν το κόστος στο μέλλον και ενισχύουν την ενεργειακή αυτονομία. Μόλις εγκατασταθούν, το κόστος παραγωγής ενέργειας είναι ουσιαστικά χαμηλό και σταθερό.

Πέρα από το οικονομικό όφελος, η μετάβαση αυτή ενισχύει τη μακροοικονομική σταθερότητα, βελτιώνει τη δημόσια υγεία και περιορίζει την έκθεση της Ευρώπης σε γεωπολιτικούς κινδύνους. Δεν πρόκειται απλώς για περιβαλλοντική επιλογή, αλλά για στρατηγική οικονομική απόφαση.

Η πραγματική συζήτηση, λοιπόν, δεν είναι αν η Ευρώπη μπορεί να αντέξει το κόστος της μετάβασης. Είναι αν μπορεί να αντέξει το κόστος της αδράνειας.

Η απάντηση, από οικονομική και νομισματική σκοπιά, είναι όλο και πιο ξεκάθαρη.

Πηγή: ECB Blog / Financial Times (άρθρο γνώμης του Frank Elderson)

Image
© Pixabay
Ειπώθηκε από:
Φρανκ Έλντερσον
Κύριος χαρακτηρισμός περιεχομένου
Επικεφαλίδα

Φρανκ Έλντερσον, Μέλος Δ.Σ της Ευρωπαικής Κεντρικής Τράπεζας. 

Φωτογραφία Μικρή
Φρανκ Έλντερσον